> Οι απαρχές της χρήσης του χαλκού στην αρχαιότητα

> Ποια είναι τα κράματα του χαλκού?

> Βραχιόλια Μανίλα

> Ένα αρχαίο πλοίο από το Uluburun

> Ο μπρούτζινος γίγαντας

> Το Τέθριππο του Θριάμβου από τον Λύσιππο

> Οι μπρούτζινες Θύρες του Γκνιέζνο

> Ο χαλκός στην εκκλησία

> Ώρα για τσάι με σαμοβάρι

> Καμπάνες και καμπανουργία

> Κανόνια

Οι απαρχές της χρήσης του χαλκού στην αρχαιότητα

Ο χαλκός είναι το πρώτο μέταλλο που αξιοποιήθηκε από τον άνθρωπο. Οι γνώσεις και οι δεξιότητες που σχετίζονται με την εξόρυξη και την μεταλλουργία του χαλκού εξελίσσονται για χιλιάδες χρόνια, και η ιστορία της επεξεργασίας του κρύβει πολλά μυστικά ακόμη και σήμερα.

Από το τέλος της παλαιολιθικής περιόδου είναι γνωστά τα κοιτάσματα των ζωνών οξείδωσης με αζουρίτη και μαλαχίτη. Αρχικά, τα ορυκτά αυτά χρησιμοποιούνταν ως χρωστικές, ενώ ο μαλαχίτης χρησιμοποιούταν επίσης για την κατασκευή χαντρών. Τέτοια ευρήματα είναι γνωστά από αρχαιολογικές ανασκαφές στο Ισραήλ (Zagros, Shanidar), το Ιράκ (Ali Kosh) και πολλές ακόμα θέσεις στην Τουρκία (Ανατολία) και χρονολογούνται την περίοδο μεταξύ 11ου και 9ου αιώνα π.Χ.

Οι απαρχές της χρήσης του χαλκού εντοπίζονται στην περιοχή της Μικράς Ασίας, στην επονομαζόμενη περιοχή «Εύφορη Ημισέληνος» (Fertile Crescent), η οποία κάλυπτε τη σημερινή Τουρκία, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Ιράκ και Ιράν. Αλλαγές που συντελέστηκαν και σχετίζονται με τη καθιστική ζωή, την ανάπτυξη της οικονομίας με βάση την αγροτική δραστηριότητα και την κτηνοτροφία, την εκμετάλλευση των ζώων στις μεταφορές και στη συγκομιδή, την εξημέρωση των αλόγων και την ανάπτυξη διαφόρων τεχνοτροπιών, οδήγησε στο σχηματισμό τοπικών κυβερνήσεων οι οποίες διοικούνταν από τις τοπικές ανώτερες οικονομικά τάξεις.

Λόγω μεταβολών στις κοινωνικές δομές, οι ανάγκες για πολυτελή αγαθά αυξήθηκαν και σε αυτά μπορούν αναντίρρητα να συμπεριληφθούν και τα αντικείμενα από χαλκό. Αργότερα, χάντρες, βελόνες και άλλα μικροαντικείμενα από καθαρό χαλκό παρασκευάζονται. Προέρχονται από περιοχές της κεντρικής και ανατολικής Ανατολίας (Cayönü Tepe) και το βόρειο Ιράκ (περιοχή Zawi Chemi). Από το 6.000 π.Χ. περίπου αναφέρονται μνημεία από χαλκό στην Περσία (Ιράν), τη Μεσοποταμία και την Ευρώπη.

Το μέταλλο πιθανότατα προερχόταν από τοπικό καθαρό χαλκό ή ανθρακικά ορυκτά του χαλκού (αζουρίτης, μαλαχίτης). Στη συνέχεια σφυρηλατούνταν εν ψυχρώ με πέτρες και ξύλινα σφυριά (και κατά περίπτωση αρχικά θέρμανση και μετά σφυρηλάτηση) και παράγονταν φύλλα χαλκού.

Τα πρώτα στοιχεία μεταλλουργίας του χαλκού – οι πρώτες σκωρίες (υπόλοιπα της τήξης του πετρώματος για την παραγωγή του μετάλλου) – είναι γνωστά από τον καταυλισμό Catal Hüyük στην Ανατολία και χρονολογούνται στο 6.500 π.Χ. Στην ίδια θέση έχουν βρεθεί τάφοι με χάλκινα αντικείμενα, οι σκελετοί είναι καλυμμένοι με χρώματα που προέρχονται από αζουρίτη και μαλαχίτη, και τα υφάσματα που έχουν βρεθεί μέσα στους τάφους είναι στολισμένα με λεπτά σύρματα χαλκού.

Μεταξύ 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. εμφανίζονται τα πρώτα αντικείμενα με χαρακτηριστικά μπρούτζου (κράμα χαλκού με κασσίτερο και προσμίξεις ψευδαργύρου και αρσενικού). Ο αρσενικούχος μπρούτζος είχε ασημένιο χρώμα, σε αντίθεση με τον ερυθρό χαλκό και τον καστανο-χρυσό ψευδαργυρούχο μπρούτζο. Το τελευταίο κράμα απέκτησε δημοτικότητα αρκετά αργότερα, μεταξύ 3.500 – 3.200 π.Χ. (ευρήματα στην θέση Ur στο Ιράκ). Οι συνεχείς βελτιώσεις και η συσσωρευμένη εμπειρία στην μεταλλουργική κατεργασία, οδήγησε πολλές φορές σε προσπάθειες αξιοποίησης θειούχων κοιτασμάτων χαλκού και πειραματισμούς σε κράματα ορείχαλκου (κράμα χαλκού-ψευδαργύρου). Οι ειδικοί της περιόδου είχαν ευρείες επαφές με μεταλλευτικά κέντρα. Τα μεταλλεύματα χαλκού εισάγονταν από μεταλλεία εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Για το λόγο αυτό, στην περιοχή του μεταλλουργικού καταυλισμού του Norsuntepe στην Ανατολία τα μεταλλεύματα που επεξεργάζονταν κατέφθαναν από γειτονικά κοιτάσματα, αλλά και από περιοχές 200 km μακριά (παρυφές Πόντου, μεταλλείο Ergani Maden).

 

Τεχνογνωσία εξόρυξης και μεταλλουργίας χαλκού μεταξύ 10.000 και 6.000 π.Χ., σύμφωνα με Roberts, Thornton and Pigott (2009)

Τεχνογνωσία εξόρυξης και μεταλλουργίας χαλκού μεταξύ 6.000 και 1.000 π.Χ., σύμφωνα με Roberts, Thornton and Pigott (2009)

Ποια είναι τα κράματα του χαλκού?

Υπάρχουν κράματα στα οποία ο χαλκός είναι το κύριο μέταλλο, με εξαίρεση τα κράματα με χρυσό και άργυρο και τα οποία θεωρούνται κράματα αυτών των μετάλλων όταν η περιεκτικότητα σε αυτά είναι μεγαλύτερη ή ίση του 10%. Τα κυριότερα κράματα του χαλκού είναι:

Μπρούτζος – κράμα χαλκού με κασσίτερο (Sn 6-22%) Ορείχαλκος – κράμα χαλκού με ψευδάργυρο (Zn 20-50%) Τομπάκ – κράμα χαλκού με ψευδάργυρο (Zn >28%) Ερυθρός μπρούτζος (Gunmetal) – κράμα χαλκού με κασσίτερο (Sn 4-11%), ψευδάργυρο (Zn 2-7%) και μόλυβδο (Pb 2-6%) Αλπακά (Νέο Ασήμι) – κράμα χαλκού με ψευδάργυρο, νικέλιο και μαγγάνιο Λευκός χαλκός – κράμα χαλκού με νικέλιο (Ni έως 10%)

Δέντρο κραμάτων χαλκού, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Χαλκού (European Copper Institute – ECI)

Αρχαιολογικά ευρήματα σχετιζόμενα με χύτευση μπρούτζου από την Εποχή του Μπρούτζου και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Αρχαιολογικά ευρήματα σχετιζόμενα με χύτευση μπρούτζου από την Εποχή του Μπρούτζου και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Αρχαιολογικά ευρήματα σχετιζόμενα με χύτευση μπρούτζου από την Εποχή του Μπρούτζου και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Βραχιόλια Μανίλα

Τα Βραχιόλια Μανίλα χρησιμοποιούνταν κυρίως ως πληρωμή για τη σύζυγο ενός άντρα και αποτελούσαν την προσωπική της περιουσία. Τα φορούσαν οι γυναίκες στους καρπούς, στους λαιμούς και σε μερικές περιπτώσεις στους αστραγάλους και καταδείκνυαν την οικονομική κατάσταση του συζύγου στην κοινότητα, ενώ σε περίπτωση διαζυγίου, αποτελούσαν την προστασία της γυναίκας και των παιδιών της. Τα βραχιόλια Μανίλα χρησιμοποιούνταν στην Αφρική από τον 15ο αιώνα στις Γαλλικές, Βρετανικές και Πορτογαλικές αποικίες, είχαν ποικιλία μεγεθών και σχημάτων και έβρισκαν εφαρμογή στο δουλεμπόριο. Στη Νιγηρία, τα βραχιόλια Μανίλα απαγορεύθηκαν επίσημα το 1902, αλλά εικόνες τους εμφανίζονται ακόμη σε χαρτονομίσματα. Στην Άπω Ανατολή, νομισματικές μονάδες αποτελούσαν χυτές μπάρες, μαχαίρια, τσάπες ή κουδούνια.

MΒραχιόλια Μανίλα, 18ος-19ος αιώνας. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Βραχιόλια Μανίλα, 18ος-19ος αιώνας. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Βραχιόλια Μανίλα, 18ος-19ος αιώνας. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Ένα αρχαίο πλοίο από το Uluburun

Από πού προερχόταν ο χαλκός που χρησιμοποιήθηκε στον Τρωικό Πόλεμο? Η κύρια πηγή του μετάλλου στην αρχαιότητα ήταν η Κύπρος. Η πρώτη ύλη ήταν αντικείμενο εμπορίου σε όλη τη Μεσόγειο και μεταφερόταν με πλοία σε πολιτισμικά κέντρα της περιόδου (Αίγυπτος, Ελλάδα, Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία). Το 1982 ανακαλύφθηκε το ναυάγιο του Uluburun στα ανοικτά των ακτών του Κας στη νότια Μικρά Ασία (Τουρκία) και αποδεικνύει τη σημασία του εμπορίου χαλκού της Κύπρου στην Ύστερη Εποχή του Μπρούτζου. Η έρευνα του ναυαγίου έδειξε πως αποτελεί τα απομεινάρια ενός πλοίου του 14ου αιώνα π.Χ. το οποίο επρόκειτο να σαλπάρει από την Κύπρο ή την ανατολική Μεσόγειο προς την Αιγιήδα, την περιοχή της σημερινής Ελλάδας. Το κύριο τμήμα του φορτίου του πλοίου ήταν 354 χελώνες χυτού χαλκού από την Κύπρο, συνολικής μάζας περίπου 10 τόνων, ενώ βρέθηκε επιπλέον και ένας τόνος κασσίτερου. Ο κασσίτερος πιθανότατα προερχόταν από δυτικές περιοχές της Μεσοποταμίας ή της κεντρικής Ασίας. Εκτός του χαλκού και του κασσίτερου, στο ναυάγιο ανακαλύφθηκαν και διάφορα πολύτιμα αντικείμενα, όπως γυαλί, κεραμικά σκεύη, αιγυπτιακά κοσμήματα και κεχριμπάρι.

Ψηφιακή αναπαράσταση του πλοίου από το ναυάγιο του Uluburun, σύμφνα με τον C. Pulak.

Πιθανή διαδρομή του πλοίου, σύμφωνα με τον C. Pulak.

Χελώνες χαλκού από το ναυάγιο του Ulunburum, 14ος αιώνας π.Χ., σύμφωνα με τον C. Pulak.

Ο μπρούτζινος γίγαντας

Το μεγαλύτερο των ελληνιστικών χυτών αγαλμάτων μπρούτζου – το άγαλμα του θεού Ήλιου (Κολοσσός της Ρόδου) – στεκόταν στην είσοδο του λιμανιού της Ρόδου. Ανήκει στη λίστα των επτά θαυμάτων του κόσμου και κατασκευάστηκε τον 2ο αιώνα π.Χ. την περίοδο του Αντίπατρου του Σιδώνιου. Σύμφωνα με διάφορες εκτιμήσεις, ο γίγαντας ζύγιζε μεταξύ 30 και 70 τόνους. Φτιάχτηκε από τον Χάρη τον Λίνδιο μεταξύ 292 και 280 π.Χ., μαθητή του Λύσιππου, με σκοπό να τιμηθεί η αποτυχία του Δημήτριου του Πολιορκητή, ο οποίος εγκατέλειψε την πολιορκία της πόλης το 305 π.Χ. Στο εσωτερικό του αγάλματος αναπτυσσόταν ένας σκελετός από μπάρες και ράβδους από σίδηρο και τα μεμονωμένα χυτά τμήματα του αγάλματος εφάρμοζαν πάνω σε αυτόν. Το εσωτερικό του κενού αγάλματος γεμίστηκε με πέτρες και ογκόλιθους. Το άγαλμα είχε ύψος 30 μέτρων περίπου και στεκόταν σε βάσεις ύψους 10 μέτρων. Ο μπρούτζινος γίγαντας καταστράφηκε το 225/224 π.Χ. από σεισμό, αλλά τα κομμάτια του παρέμειναν στη Ρόδο για σχεδόν 1.000 χρόνια. Το 653, οι Άραβες πήραν τα απομεινάρια του αγάλματος και τα πούλησαν στην Παλαιστίνη, με το καραβάνι που μετέφερε το έργο του Χάρη του Λίνδιου να αριθμεί 390 καμήλες.

Ο Κολοσσός της Ρόδου σύμφωνα με μία αναπαράσταση, κοινόχρηστο αρχείο.

Πιθανός τρόπος κατασκευής αγάλματος από μπρούτζο, σύμφωνα με τον A. Gabriel.

Το Τέθριππο του Θριάμβου από τον Λύσιππο

Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, στο βιβλίο του Φυσική Ιστορία (XXXIV, 63), περιγράφει τις εργασίες του διάσημου γλύπτη Λύσιππου (4ος αιώνας π.Χ.) και αναφέρει το άγαλμα του Ήλιου πάνω σε άρμα, το οποίο κατασκευάστηκε κατά παραγγελία των Ρόδιων. Δυστυχώς, το άγαλμα του θεού δεν επιβίωσε στον χρόνο και ότι γνωρίζουμε προέρχεται από άλλες καταγραφές.

Θεωρείται πως ο καλλιτέχνης του έδωσε όψη παρόμοια με τον Μέγα Αλέξανδρο. Τα άλογα του άρματος διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας και ακόμα προκαλούν θαυμασμό, ενώ επίσης αποτελούν το μοναδικό ανάλογο μνημείο της αρχαιότητας. Οι αναλογίες των αλόγων έχουν αποδοθεί με αριστουργηματικό τρόπο, χαρακτηριστικό στοιχείο της Ελληνικής τέχνης της Κλασσικής περιόδου, όπως επίσης η κίνηση και η φυσιολογία τους.

Η ιστορία του τέθριππου είναι περίπλοκη, όπως και η μοίρα του. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αυτοκράτορα Θεοδόσιου (408-450 μ.Χ.), ο τέθριππος μεταφέρθηκε από το νησί της Χίου στο Αιγαίο στην πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το άγαλμα διακοσμούσε το αυτοκρατορικό θεωρείο στον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης και έπεσε στα χέρια των Βενετών κατά τη διάρκεια της 4ης Σταυροφορίας (1204). Από το σημείο αυτό και μετά, με εξαίρεση τη σύντομη περίοδο που ο τέθριππος μεταφέρθηκε με εντολή του Ναπολέοντα στο Παρίσι και τοποθετήθηκε πάνω στην Αψίδα του Θριάμβου, ο τέθριππος αποτελεί τμήμα του διακόσμου της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου στη Βενετία. Σήμερα κάποιος μπορεί να δει αντίγραφα του αγάλματος αυτού.

Απεικόνιση του τέθριππου του θεού Ήλιου από τον ναό της Αθηνάς στην Τροία (Ίλιον), κοινόχρηστο αρχείο.

Λεπτομέρεια του τέθριππου από την είσοδο της Βασιλικής του Αγίου Μάρκου στη Βενετία.

Οι μπρούτζινες Θύρες του Γκνιέζνο

Οι Θύρες του Γκνιέζνο πιθανότατα κατασκευάστηκαν στα τέλη του 12ου αιώνα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Μιέσκο Γʹ του Γηραιού. Αποτελούνται από δεκαοκτώ τετράγωνα πεδία, φιλοτεχνημένα με πολυποίκιλα σχέδια τα οποία αναπαριστούν τη ζωή και την μαρτυρία του Αγίου Αδαλβέρτου της Πράγας (Άγιος Βόιτιες για τους Πολωνούς), επίσκοπος του καθεδρικού του Γκνιέζνο και ταυτόχρονα ο πρώτος Πολωνός Άγιος.

Η ιστορία της ζωής του επισκόπου και μάρτυρα Αδαλβέρτου ξεκινά με την σκηνή της γέννησης και βρίσκεται στο κάτω τμήμα του αριστερού φύλλου και κλείνει με την τοποθέτηση του λείψανου στον καθεδρικό του Γκνιέζνο. Τα επιμέρους τμήματα περιβάλλονται από πλαίσιο με φυτικά μοτίβα, τα οποία συμπληρώνουν τις αναπαραστάσεις στο εσωτερικό. Τα φυτικά μοτίβα συνοδεύονται από συμβολικά μοτίβα που προέρχονται από τον κόσμο της χλωρίδας και της πανίδας παραμυθιών.

Η αγορά του λείψανου του Αγίου Αδαλβέρτου της Πράγας από τον Μπολέσλαφ Αʹ τον Γενναίο (πολωνικά: Chrobry). Ένα από τα τμήματα των θυρών του Γκνιέζνο, κοινόχρηστο αρχείο.

Ο χαλκός στην εκκλησία

Η εκκλησία πάντα αποτελούσε ένα σημαντικό αποδέκτη του χαλκού. Ο χαλκός και τα κράματά του χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή διαφόρων τύπων σκευών και πιάτων (κύπελλα, ελαιοδοχεία, σκεύη πλυσίματος των χεριών πριν την λειτουργία), εξοπλισμό για τη λειτουργία (σταυροί, αρτοφορείς, λειψανοθήκες). Τα έργα των τεχνητών ήταν επικαλυμμένα με χρυσό και άργυρο, κάτι το οποίο συνέβαλε στην βελτίωση της αισθητικής τους ποιότητας, αλλά τα προστάτευε και από οξείδωση. Η εσωτερική επιμετάλλωση των κυπέλλων με χρυσό ήρθε ως αποτέλεσμα των λειτουργικών απαιτήσεων και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα. Ο χαλκός και τα κράματά του χρησιμοποιούνταν επίσης στην κατασκευή λαμπών, θυμιατών, κηροπηγίων, παγκαριών, καμπανών και κωδώνων, κολυμπηθρών για βαπτίσεις κ.α.

Δισκοπότηρο, 17ος-18ος αιώνας. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Κηροπήγιο, δεκαετία του 1730. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Δοχείο νιπτήρα, 17ος αιώνας. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Δοχείο αγιασμού, 18ος αιώνας. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Ώρα για τσάι με σαμοβάρι

Η πατρίδα του σαμοβαριού είναι η Ρωσία, αν και οι Άγγλοι, οι Σκανδιναβοί και οι κάτοικοι της Μέσης Ανατολής, ιδιαίτερα της Περσίας, εμφανίζονταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τη συσκευή αυτή. Το τσάι εισάγονταν στη Ρωσία από την Ασία το 17ο αιώνα και αρχικά χρησιμοποιούνταν ως φάρμακο της αριστοκρατίας.

Το σαμοβάρι είναι ένα χάλκινο δοχείο που μοιάζει με μαρμίτα, με μεγάλο καμπυλωτό στόμιο, μικρές βρύσες στη βάση και έναν εσωτερικό σωλήνα κάθετα στη μέση που χρησιμεύει για να ζεσταίνει το νερό μέσα στο δοχείο. Η εξάπλωση του σαμοβαριού συνδέεται με την αύξηση της διαθεσιμότητας του χαλκού στις αρχές του 18ου αιώνα, λόγω εκτεταμένης εκμετάλλευσης κοιτασμάτων χαλκού στα Ουράλια. Οι μεταλλωρύχοι συχνά πληρώνονταν σε ατόφιο χαλκό. Ονομάζονταν πλακώδη νομίσματα, διότι επρόκειτο για επίπεδες μπάρες χαλκού συγκεκριμένης μάζας. Από τέτοια νομίσματα προέρχονταν μετά από σφυρηλάτηση διάφορα σκεύη, τα οποία πωλούνταν σε πανηγύρια και εορτές. Σύμφωνα με κάποιες πηγές, το πρώτο πραγματικό σαμοβάρι κατασκευάστηκε το 1778 από τους αδερφούς Ιβάν και Ναζάρ Λισίτσιν, στο οικογενειακό εργοστάσιο κατεργασίας και παραγωγής προϊόντων χαλκού (ιδρύθηκε από τον οπλουργό πατέρα τους Φίοντορ Λισίτσιν), στην οδό Sztykowa στην Τούλα.

Κυλινδρικό σαμοβάρι, κατασκευασμένο μετά το 1865. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Σαμοβάρι φλόγας, τέλη 19ου αιώνα. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Σαμοβάρι φλόγας, τέλη 19ου αιώνα. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Καμπάνες και καμπανουργία

Η χύτευση καμπάνων, καννών όπλων, αγαλμάτων και γλυπτών, όπως και μικρότερων αντικειμένων μπρούτζου, μπρούτζου και ορείχαλκου (ιγδίων, κηροπηγίων κλπ) γινόταν από τον καμπανουργό (bellfounder). Το μέταλλο που χρησιμοποιούνταν για τις καμπάνες ήταν ένα κράμα με συγκεκριμένες ιδιότητες και σύσταση. Η σύσταση του κράματος αυτού πιστεύεται ότι αναπτύχθηκε στην ανατολική Ασία. Ήδη από την περίοδο της Δυναστείας Τσου (1.100-221 μ.Χ.), χυτεύονταν μπρούτζινες καμπάνες με περιεχόμενο κασσίτερο σε ποσοστό 15-20%. Μικρότερες καμπάνες έπρεπε να χυτευτούν από μπρούτζο με υψηλότερο περιεχόμενο σε κασσίτερο, έως 33%. Ο τελευταίος είναι πιο σκληρός και κατά συνέπεια πιο εύθραυστος, ενώ η ακουστική των καμπάνων καθορίζεται από τη σύσταση και το περιεχόμενο των μετάλλων.

Εργαστήριο καμπανουργού σύμφωνα με τον Κώδικα Behem, αρχές του 15ου αιώνα.

Καμπάνα κατασκευασμένη το 1718 από τον Christian Demminger από τη Legnica. Συλλογές του μουσείου Χαλκού στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Καμπάνες στο καμπαναριό του καθεδρικού ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Καμπάνες στο καμπαναριό του καθεδρικού ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου στη Legnica (Πολωνία). Φωτογραφία από D. Berdys.

Κανόνια

Οι καμπανουργοί έφτιαχναν επίσης κανόνια και όπλα. Η πρώτη χρήση αυτού του τύπου των όπλων επιβεβαιώνεται από πηγές στην Σιλεσία (Πολωνία) τον 14ο αιώνα. Η σύσταση του κράματος (ερυθρός μπρούτζος-Gunmetal) ήταν διαφορετική από αυτή που χρησιμοποιούνταν σε καμπάνες ή άλλα προϊόντα. Ο μπρούτζος έπρεπε να περιέχει 8 έως 15% κασσίτερο, καθώς μεγαλύτερο ποσοστό καθιστούσε το κράμα εύθραυστο και το κανόνι άχρηστο. Από το τέλος του 16ου αιώνα, ο ερυθρός μπρούτζος χρησιμοποιούνταν και στη χύτευση καννών όπλων.

Σε πολλές περιπτώσεις, η χύτευση κανονιών και ιγδίων γινόταν τέχνη. Χυτές λεπτομέρειες σε κανόνια αποτελούν ακόμα αντικείμενο θαυμασμού. Το μεγαλύτερο κανόνι που έχει κατασκευαστεί με χύτευση μπρούτζου, είναι το Κανόνι του Τσάρου, το οποίο κατασκευάστηκε το 1586, ζυγίζει 40 τόνους και το βάρος της κάθε οβίδας έφθανε τον ένα τόνο. Δεν είναι γνωστό αν έχει ποτέ χρησιμοποιηθεί.

Το Κανόνι του Τσάρου (1586) στη Μόσχα (Ρωσία), κοινόχρηστο αρχείο.

Τρόποι χρήσης χαλκού από τον άνθρωπο